Ευρωπαϊκή Ένωση Ευρωπαϊκή  Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή
Διαδικτυακή συνεργασία μεταξύ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιτροπών International Association of Economic and Social Councils and Similar Institutions
Αναπτυξιακή Σύμπραξη (Α.Σ.) «ΕΜΠΕΙΡΙΑ»
Η Αξιοποίηση του Ενεργού Πληθυσμού χωρίς Ηλικιακούς Αποκλεισμούς. Αναπτυξιακή Σύμπραξη (Α.Σ.) «ΕΜΠΕΙΡΙΑ»
Παρατηρητήριο Πολιτικών για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη
Ελληνική Προεδρία της UCESIF
Ελληνική Προεδρία της UCESIF
 

Τι κάνουμε

Τα προβλήματα της καταπολέμησης των διακρίσεων στις χώρες-μέλη της Ε.Ε, συνιστούν ένα βασικό τμήμα των δράσεων της κοινωνικής πολιτικής και βρίσκονται στο επίκεντρο του πολιτικού διαλόγου, τα τελευταία χρόνια κυρίως λόγω των δύο Κοινοτικών Οδηγιών που αναφέρονται στην φυλετική ισότητα καθώς και στην ισότητα στην απασχόληση (Οδηγίες 2000/43/ΕΚ και 2000/78/ΕΚ). Όπως προαναφέρθηκε, οι εν λόγω Οδηγίες ενσωματώθηκαν στο ελληνικό νομικό σύστημα με το Νόμο 3304/2005 («Εφαρμογή της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού»). Ο Νόμος προβλέπει προστασία κατά της διακριτικής μεταχείρισης λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής(απασχόληση και κατάρτιση, εκπαίδευση, κοινωνική προστασία, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνικής ασφάλισης και υγειονομικής περίθαλψης, κοινωνικές παροχές, ιδιότητα του μέλους και συμμετοχή σε οργάνωση εργαζομένων και εργοδοτών, πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της στέγης), θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας και γενετήσιου προσανατολισμού (για τους τομείς της απασχόλησης και της εργασίας).

Αναλυτικότερα, ο Νόμος 3304/2005 αναθέτει την προώθηση της Αρχής της Ίσης Μεταχείρισης σε τρία διοικητικά όργανα: το Συνήγορο του Πολίτη (περιπτώσεις παραβίασης της νομοθεσίας κατά των διακρίσεων από δημόσιους φορείς), το Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας- (περιπτώσεις πρακτικών διακριτικής μεταχείρισης στον ιδιωτικό τομέα, στο πεδίο της απασχόλησης) και την Επιτροπή Ίσης Μεταχείρισης (πρακτικές διακριτικής μεταχείρισης στον ιδιωτικό τομέα για όλα τα πεδία πέραν απασχόλησης και της εργασίας). Επιπλέον, ο Νόμος αποδίδει ένα ρόλο κλειδί στην Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή την προώθηση του κοινωνικού διαλόγου και την παρακολούθηση της εφαρμογής της Αρχής της Ίσης Μεταχείρισης.

Ωστόσο, προβλήματα όπως η έλλειψη προσωπικού, η ανάγκη εκπαίδευσης  υπαλλήλων σε ζητήματα διακριτικής μεταχείρισης, η ανάγκη για περισσότερες εκστρατείες ευαισθητοποίησης και ενημέρωσης και πιο αποτελεσματικά μέσα αξιολόγησης, καθώς και η έλλειψη θεσμικού συντονισμού των μηχανισμών παρακολούθησης, δυσχεραίνει την αποτελεσματική εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου. Ειδικά σε ότι αφορά το πεδίο της απασχόλησης, διαπιστώνεται ότι υπάρχει άγνοια τόσο των απαγορευμένων διακρίσεων στις δημόσιες αρχές και στο ευρύτερο κοινό, αλλά και άγνοια των δικαιωμάτων που η νομοθεσία κατοχυρώνει υπέρ όσων υφίστανται διακρίσεις.

Εκτός αυτού, υπάρχει σημαντική έλλειψη αξιόπιστων διαθέσιμων στοιχείων, μιας σχετικής βάσης δεδομένων για τις διακρίσεις και μία ενιαία και γενικότερα, μιας κοινώς αποδεκτής μεθοδολογίας, όπως και ο σχεδιασμού και η εκτίμησης κατάλληλων δεικτών οι οποίοι θα  μπορούσαν να αποτελέσουν οδηγό για ανάληψη δράσης, αλλά και να επιτρέψουν την αξιολόγηση, την παρακολούθηση και τη μέτρηση της προόδου που επιτελείται.

Στο πλαίσιο αυτό, σκοπός του προτεινόμενου έργου είναι η ανάπτυξη ενός μεθοδολογικού πλαισίου αξιολόγησης και εκτίμησης δεικτών και πολιτικών για τις διακρίσεις στην Ελλάδα συγκριτικά με άλλες χώρες της Ε.Ε. Ειδικότερα, αντικείμενο του έργου είναι, καταρχάς, να αξιοποιηθούν τα διαθέσιμα δεδομένα, έτσι ώστε να παραχθεί μία εικόνα σχετικά με τις διακρίσεις των ευπαθών ομάδων και να προταθεί η συλλογή πιο αξιόπιστων στοιχείων όπου διαπιστωθεί έλλειψη τους. 
Για το σκοπό αυτό, θα αξιοποιηθούν τα στοιχεία της έρευνας συνθηκών διαβίωσης (EU-SILC), καθώς και τα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού (ΕΕΔ) για την εκτίμηση σχετικών δεικτών με βάση τους οποίους θα υπολογίζονται κατά ένα βαθμό οι διακρίσεις συγκεκριμένων ομάδων του πληθυσμού (π.χ. μετανάστες, γυναίκες, νέοι, ηλικιωμένοι). Για να υπάρξουν, ωστόσο, επιπλέον στοιχεία για τις διακρίσεις των ομάδων αναφοράς στην Ελλάδα (μετανάστες, άτομα με αναπηρία, γυναίκες, ηλικιωμένοι και νέοι, άτομα που ανήκουν σε διαφορετικές θρησκευτικές ομάδες από το κυρίαρχο δόγμα, LGB, καθώς και τα άτομα που υφίστανται ή κινδυνεύουν από διακρίσεις σε περισσότερα του ενός πεδία πολιτικής) θα εκπονηθούν δύο σπονδυλωτές έρευνες:

  1. ποιοτική έρευνα, σε βάθος συνέντευξη σε δείγμα ατόμων από τις ευπαθείς ομάδες αλλά και από τους κοινωνικούς και παραγωγικούς φορείς με στόχο να καταγραφούν περιστατικά διακρίσεων στην Ελλάδα
  2. σύνθετη έρευνα ποιοτικού τύπου, έτσι ώστε να διατυπωθούν και να καταγραφούν προτάσεις πολιτικής αντιμετώπισης του προβλήματος των διακρίσεων:
    1. Ημιδομημένη  Συνέντευξη σε επιλεγμένα ανώτατα και ανώτερα στελέχη των ΟΤΑ του Δικτύου Τοπικών Αυτοδιοικήσεων για την κοινωνική, πολιτιστική, περιβαλλοντική, τουριστική και αγροτική ανάπτυξη «ΕΥΞΕΙΝΗ ΠΟΛΗ» και σε στελέχη των οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών και των άτυπων δικτύων στήριξης στην καταπολέμηση των διακρίσεων.
    2. Εφαρμογή του μεθοδολογικού εργαλείου της Ομαδικά Εστιασμένης Συνέντευξης (Focus Group Interview) το οποίο απευθύνεται σε επιλεγμένα στελέχη φορέων που έχουν άμεση εμπλοκή στο σχεδιασμό, διαχείριση ή/και υλοποίηση σημαντικών έργων στο πλαίσιο των πολιτικών καταπολέμησης των διακρίσεων. Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και δη τα μέλη αυτής θα αποτελέσουν ένα Focus Group, με ειδική έμφαση στο πεδίο της απασχόλησης, ως πεδίο απαγορευομένων διακρίσεων.
    3. Ενσωμάτωση των προτάσεων πολιτικής αντιμετώπισης των διακρίσεων που έχουν υποβληθεί από τους κοινωνικούς εταίρους όπως αυτές έχουν αποτυπωθεί στις Ετήσιες Εκθέσεις της Ο.Κ.Ε., στις Γνώμες της και στην Εθνική Αναπτυξιακή Συμφωνία, αλλά και στο πλαίσιο των παραπάνω συνεντεύξεων.
      Μαζί με την ειδικότερη ανάλυση του θεσμικού πλαισίου και των καλών πρακτικών που εφαρμόζονται σε άλλες χώρες, τα αποτελέσματα του προγράμματος αναμένεται να είναι ιδιαίτερα χρήσιμα όχι μόνον για την ανάπτυξη και ανάδειξη των διαστάσεων του προβλήματος, την εφαρμογή της ήδη υφιστάμενης νομοθεσίας, αλλά και για το σχεδιασμό και χάραξη πολιτικής από τους αρμόδιους φορείς σε εθνικό και διακρατικό επίπεδο.

Οι βασικές προτεραιότητες της έρευνας, συνολικά, προϋποθέτουν τη διεπιστημονική προσέγγιση και τη σύζευξη ποσοτικών και ποιοτικών τεχνικών έρευνας (τριγωνοποίηση), προκειμένου να σχηματοποιηθεί ένα γενικότερο πλαίσιο προσέγγισης των διαστάσεων του ζητήματος και ανάδειξης των ως σήμερα «μη απτών» μορφών διακρίσεων.

Τα στοιχεία τα οποία θα προκύψουν από την εκπόνηση του προγράμματος αναμένεται να είναι ιδιαίτερα χρήσιμα και για το σχεδιασμό και χάραξη πολιτικής από τους αρμόδιους φορείς σε εθνικό αλλά και διακρατικό επίπεδο και θα αποτελέσουν εισροή στη βάση δεδομένων του Παρατηρητηρίου Κατά των Διακρίσεων. Παράλληλα, τα στοιχεία αυτά θα αποτελέσουν εργαλείο που θα χρησιμεύσει στις αρμόδιες αρχές να εντοπίζουν τις διακρίσεις και να εξασφαλίζουν το σεβασμό των δικαιωμάτων των θιγομένων. Από την ενεργό συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων (εργοδοτικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις σε τριτοβάθμιο επίπεδο που εκπροσωπούνται στην Ο.Κ.Ε.) εξασφαλίζεται παράλληλα η ευαισθητοποίηση των οργανώσεων και δη των μελών τους σε μια διαδικασία  ενημέρωσης του είδους «κορυφή προς τη βάση» δηλαδή διάχυση της πληροφόρησης προς το δίκτυο των πρωτοβαθμίων οργανώσεων που οι κοινωνικοί εταίροι διαθέτουν. Με τον τρόπο αυτό, τα στοιχεία που θα παραχθούν, αναμένεται να έχουν ισχυρό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα και ωφέλεια για την Πολιτεία.

Επιδιωκόμενοι στόχοι

Γενικός στόχος του έργου είναι η εξέταση/ διερεύνηση των επιπτώσεων της διακριτικής μεταχείρισης σε άτομα λόγω φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, θρησκευτικών ή άλλων πεποιθήσεων, αναπηρίας, ηλικίας και γενετήσιου προσανατολισμού. Καθώς οι διακρίσεις δεν καθορίζονται στα πλαίσια ενός ενιαίου και γενικότερα αποδεκτού μεθοδολογικού πλαισίου, θα επιχειρηθεί ,αρχικά, η επιλογή και η εκτίμηση μιας σειράς δεικτών, και η υιοθέτηση της μεθοδολογίας που προτείνεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2008) στο βαθμό που τα στοιχεία το επιτρέπουν .

Γενικότεροι στόχοι της έρευνας είναι: «άρση των διακρίσεων και των αποκλεισμών»,  «συνοχή», « ανάδειξη καλών πρακτικών» και «σχεδιασμός και συγκεκριμένη δράση για την καταπολέμηση των διακρίσεων». Οι δράσεις που θα αποσκοπούν στην επίτευξη των στόχων αυτών μπορούν να περιλαμβάνουν:

  • κριτική αξιοποίηση των υφιστάμενων δεδομένων και συστηματική επισκόπηση της εγχώριας και διεθνούς βιβλιογραφίας
  • διεξαγωγή ποιοτικών και ποσοτικών ερευνών και μελετών και ανάπτυξη ενός πλαισίου σχετικών δεικτών
  • σχεδιασμό και ανάδειξη πολιτικών, μέσω - μεταξύ άλλων - της αξιοποίησης των διαθεσίμων εργαλείων όπως ιδίως αυτό του κοινωνικού διαλόγου, της πολύσυμμετοχικής διαβούλευσης και υιοθέτηση καλών πρακτικών στο πεδίο της καταπολέμησης των διακρίσεων
  • ανάπτυξη Παρατηρητηρίου και διοργάνωση επιστημονικών συναντήσεων και εκδηλώσεων ενημέρωσης και προβολής.

Οι ειδικότεροι στόχοι δίνουν έμφαση και εξετάζουν:

  1. τις δυνατότητες ανάπτυξης κατάλληλων εργαλείων ανάλυσης και δεικτών παρακολούθησης και αξιολόγησης της καταπολέμησης των διακρίσεων.
  2. τη σύνδεση και αξιοποίηση των διαθέσιμων εργαλείων διαμόρφωσης παρεμβάσεων, ιδίως αυτό του κοινωνικού διαλόγου.
  3. την καταγραφή καλών πρακτικών και πολιτικών που έχουν εφαρμοστεί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες για τα επιμέρους ζητήματα.
  4. την πιθανότητα οι ευάλωτες ομάδες (π.χ. μετανάστες, ΑμεΑ) να συναντώνται σε μεγαλύτερη συχνότητα σε ορισμένες περιοχές από ότι σε άλλες.
  5. την δυνατότητα του κοινού και των αρχών να γνωρίσουν την απαγόρευση των διακρίσεων αλλά και των ευπαθών ομάδων να γνωρίσουν τα δικαιώματά τους
  6. τη δημιουργία και την εκτίμηση ερευνητικών υποδειγμάτων και εργαλείων που θα επιτρέψουν στους σχεδιαστές πολιτικών να παρακολουθούν την πρόοδο που επιτυγχάνεται στην καταπολέμηση των διακρίσεων.
  7. τις κατάλληλες δράσεις ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης της δημόσιας διοίκησης και της Κοινωνίας των Πολιτών για την υφιστάμενη κατάσταση σε ένα «κοινωνικό πρόβλημα» το οποίο θα απασχολεί την κοινωνία για πολλά έτη.
  8. το ρόλο των συλλόγων, των οργανώσεων της Κοινωνίας των Πολιτών και των άτυπων δικτύων στήριξης στην καταπολέμηση των διακρίσεων.